δαμαλίτιδα


δαμαλίτιδα
Λοιμώδης νόσος, που οφείλεται σε διηθητό ιό και παρατηρείται κυρίως σε αγελάδες και άλογα, γνωστή και ως ευλογιά της αγελάδας. Στο μέρος όπου ενοφθαλμίζεται ο ιός, εμφανίζονται φλύκταινες (φουσκάλες), ενώ τα γενικά συμπτώματα είναι συνήθως ήπια. Ο ενοφθαλμισμός του ιού της δ. στον άνθρωπο αποτελεί άριστο προφυλακτικό μέσο από την ευλογιά.
* * *
η
λοιμώδης νόσος που προκαλείται από διηθητό ιό και εμφανίζεται πρωτοπαθώς σε αγελάδες και άλογα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Τζένερ, Έντουαρντ — (Jenner, Berkeley, Gloucestershire 1749 – 1823). Άγγλος γιατρός, στον οποίο οφείλεται η πρώτη μέθοδος αποτελεσματικής ανοσοποιητικής προφύλαξης. Βασισμένος στη διαπίστωση, ότι η δαμαλίτιδα προκαλούσε ανοσία κατά της ευλογιάς, ασχολήθηκε για… …   Dictionary of Greek

  • δαμαλίδα — η και δαμαλίς ( ίδος) (Μ δαμαλίς) [δάμαλις] η δαμάλα νεοελλ. 1. η ασθένεια τών βοδιών δαμαλίτιδα 2. ο ορός που παράγεται από δαμάλειο ύλη, η βατσίνα 3. γένος δίπτερων εντόμων …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.